Όταν είδα τον πατέρα μου να κάθεται μόνος στο παγκάκι έξω από το σπίτι μας και να ταΐζει τα σπουργίτια με ψίχουλα από την τσέπη του, κατάλαβα πως τον προδώσαμε πολύ πριν αρχίσει να ξεχνάει τα πάντα

Όταν είδα τον πατέρα μου να κάθεται μόνος στο παγκάκι έξω από το σπίτι μας και να ταΐζει τα σπουργίτια με ψίχουλα από την τσέπη του, κατάλαβα πως τον προδώσαμε πολύ πριν αρχίσει να ξεχνάει τα πάντα.

Τον έλεγαν Victor. Στην παιδική μου ηλικία ήταν για μένα κάτι σαν σούπερ ήρωας: αυτός που ποτέ δεν κουράζεται, πάντα ξέρει πώς να φτιάξει το ποδήλατο και μπορεί να γελάει ακόμα κι έπειτα από δώδεκα ώρες δουλειάς χωρίς σταματημό. Η μητέρα έφυγε όταν ήμουν δέκα, κι από τότε έγινε πατέρας, μητέρα και τα πάντα για μένα.

Πέρασαν τα χρόνια. Έγινα «πολύ απασχολημένος» ενήλικας. Δουλειά, έργα, τηλεφωνήματα, αναφορές. Έχω τώρα οικογένεια, παιδιά, δική μου ζωή. Ο Victor έλεγε ολοένα και πιο συχνά: «Έλα όποτε μπορείς», κι εγώ απαντούσα μηχανικά: «Φυσικά, μπαμπά, σύντομα». Αυτό το «σύντομα» τραβήχτηκε σε βδομάδες.

Έπαθα το πρώτο σοκ όταν μου πήρε τηλέφωνο τη νύχτα και ρώτησε πού είναι το ψυγείο στο σπίτι μας. Στο ίδιο σπίτι που έμενε τριάντα χρόνια. Σκέφτηκα πως ήταν απλώς κουρασμένος, αστειεύτηκα, γελάσαμε. Την επόμενη μέρα είπε πως ξέχασε να κλείσει το γκάζι και του φάνηκε πως όλο το σπίτι θα εκραγεί. Αποδείχτηκε πως απλά δεν μπορούσε να θυμηθεί αν το είχε κλείσει.

Τον πήγα στο γιατρό. Μία στεγνή, ήρεμη φωνή ανακοίνωσε τη διάγνωση που τότε δεν κατάλαβα πλήρως: αρχικό στάδιο άνοιας. «Παρακολούθηση, φάρμακα, πρέπει να είστε δίπλα του, να βοηθάτε, να τον ελέγχετε», είπε η γιατρός, χωρίς να με κοιτάξει.

Κούνησα το κεφάλι, υποσχέθηκα, διαβεβαίωσα. Βγήκα από το γραφείο, μπήκα στο αυτοκίνητο και πρώτα από όλα άνοιξα τα επαγγελματικά μου email. Επείγουσα αναφορά, σημαντική σύσκεψη, η προθεσμία πέρασε. Η αρρώστια του πατέρα πέρασε απαλά στο παρασκήνιο.

Συμφωνήσαμε να τον βλέπω τρεις φορές την εβδομάδα. Στην πράξη γινόταν μία, μερικές φορές και λιγότερο. Όμως κάθε φορά του έφερα ωραία γλυκίσματα, καινούρια φάρμακα, άφηνα σημειώσεις: «Μην ξεχάσεις να πάρεις αυτά τα χάπια το πρωί, κι αυτά το βράδυ». Έγραφε προσεκτικά όλα σε ένα μικρό τετράδιο.

ΜΊΑ ΜΈΡΑ ΉΡΘΑ ΧΩΡΊΣ ΝΑ ΤΟΝ ΕΙΔΟΠΟΙΉΣΩ.

Μία μέρα ήρθα χωρίς να τον ειδοποιήσω. Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Στο τραπέζι υπήρχε ένα τηγάνι με τηγανητά αυγά κάρβουνο, στο δωμάτιο μύριζε καμένο. Ο Victor καθόταν σε μια καρέκλα και κοιτούσε προσεχτικά το παράθυρο, κρατώντας ένα κουτάλι στα χέρια του. «Γιατί δεν έκλεισες την κουζίνα;» ξέσπασα. Γύρισε και με ένα παιδικό, αθώο χαμόγελο είπε: «Νόμιζα πως έχω ήδη φάει».

Μιλήσαμε πολύ. Του πρότεινα να βρούμε νοσοκόμα. Θύμωσε, σαν να του πρότεινα να τον πετάξω στα αζήτητα: «Δεν είμαι ακόμα έπιπλο, Alex, θα τα βγάλω πέρα ο ίδιος». Και πάλι υπέκυψα, παρηγορώντας τον εαυτό μου πως «δεν είναι ακόμα τόσο άσχημα».

Η πραγματική πτώση ήρθε ένα μήνα αργότερα.

Εκείνη την ημέρα καθυστέρησα στη δουλειά. Ο Victor τηλεφώνησε πολλές φορές, αλλά ήμουν σε συνάντηση και έκλεινα τις κλήσεις. Θα τον καλούσα αργότερα, σκέφτηκα. Όταν τελικά κάλεσα ξανά, δεν απάντησε. Θεώρησα πως είχε ήδη κοιμηθεί και δεν ανησύχησα.

Το επόμενο πρωί με πήρε τηλέφωνο η γειτόνισσα του πατέρα, μια ηλικιωμένη γυναίκα από τον πρώτο όροφο. Η φωνή της έτρεμε: «Alex, μπορείς να έρθεις; Κάτι δεν πάει καλά με τον πατέρα σου…»

Έφτασα μέσα σε μισή ώρα. Ο Victor καθόταν στο ίδιο παγκάκι μπροστά από την είσοδο, φορώντας ένα λεπτό πουκάμισο παρότι έκανε ψύχρα. Γύρω του πετούσαν σπουργίτια και εκείνος τους έκοβε ψωμί. Στα γόνατά του υπήρχε μια προσεκτικά διπλωμένη σακούλα με το όνομά μου, γραμμένο με ακανόνιστο, τρεμάμενο γράψιμο. Κάθισα δίπλα του και ρώτησα: «Μπαμπά, πόση ώρα είσαι εδώ;» Με κοίταξε με έκπληξη, σαν να με είδε για πρώτη φορά: «Περιμένω τον Alex… Μου υποσχέθηκε ότι θα έρθει το βράδυ. Τον ξέρεις;»

Μέσα μου κόπηκαν τα πόδια. Κάθησα απέναντί του, ψάχνοντας το βλέμμα του: «Μπαμπά, εγώ είμαι. Εγώ είμαι ο Alex». Στάθηκε σκεπτικός, μετά ψιθύρισε ντροπαλά: «Συγγνώμη, γιε μου… καμιά φορά μπερδεύομαι. Μην φύγεις, εντάξει; Φοβάμαι πως αν πάω σπίτι θα ξεχάσω ότι πρέπει να έρθεις…»

ΆΝΟΙΞΑ ΤΗ ΣΑΚΟΎΛΑ. ΜΈΣΑ ΕΊΧΕ ΤΑ ΠΑΛΙΆ ΜΟΥ ΤΕΤΡΆΔΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ΣΧΟΛΕΊΟ, ΜΙΑ ΖΩΓΡΑΦΙΆ ΌΠΟΥ ΚΡΑΤΙΌΜΑΣΤΑΝ ΧΈΡΙ-ΧΈΡΙ, ΚΑΙ ΈΝΑ ΜΙΚΡΌ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΆΚΙ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΊΧΕ ΧΑΡΊΣΕΙ ΓΙΑ ΤΑ ΈΒΔΟΜΆ ΜΟΥ ΓΕΝΈΘΛΙΑ.

Άνοιξα τη σακούλα. Μέσα είχε τα παλιά μου τετράδια από το σχολείο, μια ζωγραφιά όπου κρατιόμασταν χέρι-χέρι, και ένα μικρό αυτοκινητάκι που μου είχε χαρίσει για τα έβδομά μου γενέθλια. Σε ένα κομμάτι χαρτί είχε γραφτεί: «Για να μη ξεχάσω πως έχω γιο».

Ήταν ο ανατροπής που δεν περίμενα: όλο αυτό το διάστημα φοβόμουν πως θα ξεχάσει τα φάρμακα, το δρόμο για το σπίτι, το γκάζι. Αλλά εκείνος φοβόταν περισσότερο απ’ όλα να με ξεχάσει.

Τον πήρα στο σπίτι μου. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια κάτσαμε να φάμε όλοι μαζί: τα παιδιά μου, η γυναίκα μου και ο πατέρας μου. Μπερδεύονταν με τα ονόματα, φώναζε τα εγγόνια με τα παιδικά μου παρατσούκλια, ρώτησε αρκετές φορές πού ήταν η μητέρα, παρότι είχε λείψει χρόνια. Τα παιδιά κοιτιούνταν ανήσυχα, αναρωτιόντουσαν γιατί ο παππούς τους είχε αυτό το συγκεχυμένο βλέμμα.

Το βράδυ πέρασα από το δωμάτιό του. Στο κομοδίνο ήταν η φωτογραφία μας που φορούσε στο πορτοφόλι του μέχρι να τη φθείρει τελείως. Τώρα ήταν προσεκτικά κολλημένη σε χαρτόνι. Στην πίσω πλευρά, με τα ακανόνιστα γράμματα του: «Alex. Γιος. Να μη ξεχάσεις».

Κάθισα και τον κοίταζα για ώρα. Στο μυαλό μου ακουγόταν όλο το «μετά», «δεν προλαβαίνω», «είμαι απασχολημένος». Κάποια στιγμή άνοιξε μερικώς τα μάτια και ψιθύρισε: «Είσαι εδώ;» Απάντησα: «Ναι, μπαμπά. Δεν φεύγω πουθενά». Έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε ήρεμα.

Την επόμενη μέρα πήρα τη γιατρό και είπα πως ο πατέρας θα ζήσει μαζί μας. Αγοράσαμε ένα κουτί οργάνωσης για τα φάρμακα, κρεμάσαμε σημειώσεις σε όλο το σπίτι: «Κουζίνα», «Μπάνιο», «Δωμάτιο Alex», «Δωμάτιο Victor». Τα παιδιά πρώτα γελούσαν και μετά άρχισαν να βοηθούν, τον κρατούσαν από το χέρι, του έδειχναν πού ήταν το τσάι, η τηλεόραση.

Κάποιες φορές ακόμα ξεχνά ποιος είμαι. Κάποιες φορές με φωνάζει με το όνομα του αδερφού μου από τα παιδικά μας χρόνια, ζητώντας να τον πάω «σπίτι» — σε εκείνο το σπίτι που δεν υπάρχει πια. Κάθε φορά πονάει, σαν την πρώτη. Μα τώρα, όταν με κοιτά με συγκεχυμένη ματιά και με ρωτά «Γνωριζόμαστε;», απαντώ ήρεμα: «Ναι, γνωριζόμαστε πάρα πολύ καιρό. Εγώ είμαι το αγόρι από το σκίτσο σου». Και για μια στιγμή το πρόσωπό του φωτίζεται, σαν να ανάβει ένα μικρό φως στη μνήμη του.

Δεν ξέρω πόσος χρόνος μας απομένει πριν το φως αυτό σβήσει οριστικά. Μα ξέρω σίγουρα ένα πράγμα: η πραγματική προδοσία ήταν όταν πίστευα πως η δουλειά μου είναι πιο σημαντική από τον άνθρωπο που κάποτε πούλησε τη μοναδική του μηχανή για να μου πάρει τον πρώτο υπολογιστή.

ΤΏΡΑ ΚΆΘΕ ΒΡΆΔΥ ΚΆΘΟΜΑΙ ΜΑΖΊ ΤΟΥ ΣΤΟ ΊΔΙΟ ΠΑΓΚΆΚΙ ΈΞΩ ΑΠΌ ΤΟ ΝΈΟ ΜΑΣ ΣΠΊΤΙ.

Τώρα κάθε βράδυ κάθομαι μαζί του στο ίδιο παγκάκι έξω από το νέο μας σπίτι. Ταιζουμε τα σπουργίτια με ψίχουλα και σιγοψιθυρίζω ιστορίες για εμάς. Κάποιες φορές ακούει, κάποιες φορές απλώς χαμογελά στο κενό. Αλλά εγώ συνεχίζω να μιλώ. Γιατί, ακόμα κι αν με ξεχάσει εκείνος, ποτέ πια δεν θα αφήσω τον εαυτό μου να τον ξεχάσει.

Videos from internet