
Το απογευματινό φως του ήλιου έπεφτε αργά προς τον ορίζοντα, ρίχνοντας μακριές, μελαγχολικές σκιές στον χαλικόδρομο, πάνω στον οποίο με δυσκολία κινούνταν η ευπαθής μορφή της γυναίκας.

Ντυμένη με ένα πολυκαιρισμένο, φθαρμένο από το πέρασμα των χρόνων παλτό, η Μαρία έκανε κάθε βήμα με τεράστια προσπάθεια, παλεύοντας με την αυξανόμενη κούραση και το διαπεραστικό κρύο της υγρής ατμόσφαιρας.
Η ξύλινη μαγκούρα της χτυπούσε ρυθμικά το βρεγμένο έδαφος, βγάζοντας έναν κούφιο ήχο που, στη σιωπή του άδειου δρόμου, ακουγόταν σαν το τικ-τακ ενός ρολογιού που μετρούσε τις τελευταίες της δυνάμεις.